Αντιαρρυθμικά φάρμακα στην κολπική μαρμαρυγή: ένας πραγματικός φίλος ή μήπως όχι;

15 Ιουλίου 2024

Η κολπική μαρμαρυγή είναι η πιο συχνή καρδιακή αρρυθμία από την οποία πάσχει ένα μεγάλο μέρος του γενικού πληθυσμού. Πέραν της αντιπηκτικής αγωγής, μεγάλο ποσοστό των ασθενών με κολπική μαρμαρυγή αντιμετωπίζονται με στρατηγική ελέγχου ρυθμού που αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση του αριθμού και της διάρκειας των επεισοδίων της κολπικής μαρμαρυγής και στη διατήρηση του κανονικού φλεβοκομβικού ρυθμού. Πρωταρχικό θεραπευτικό μέσο για την επίτευξη των στόχων αυτών είναι η χορήγηση αντιαρρυθμικών φαρμάκων.

Τα ευρύτερα χρησιμοποιούμενα από του στόματος αντιαρρυθμικά φάρμακα είναι η αμιωδαρόνη, η προπαφαινόνη, η σοταλόλη, η φλεκαϊνίδη και η δρονεδαρόνη. Από τα φάρμακα αυτά, η αμιωδαρόνη παρουσιάζει τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Tο μείζον πρόβλημα στα αντιαρρυθμικά φάρμακα είναι ότι παρόλο που είναι αποτελεσματικά στην πρόληψη της κολπικής μαρμαρυγής, εκθέτουν τους ασθενείς σε ένα μικρό, αλλά υπολογίσιμο κίνδυνο εμφάνισης επικίνδυνων κοιλιακών ταχυαρρυθμιών, φαινόμενο το οποίο είναι γνωστό ως προαρρυθμία. Η προαρρυθμική δράση των αντιαρρυθμικών φαρμάκων μπορεί να αυξηθεί σε περίπτωση συγχορήγησης άλλων φαρμάκων, συνήθως για μη καρδιακές καταστάσεις, όπως αντιβιοτικά, αντικαταθλιπτικά φάρμακα, ή σε περίπτωση ηλεκτρολυτικών διαταραχών. Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητο οι ασθενείς που λαμβάνουν κάποιο από τα προαναφερθέντα αντιαρρυθμικά να ενημερώνουν τον καρδιολόγο τους σε περίπτωση αλλαγής της φαρμακευτικής τους αγωγής.

Ένα άλλο βασικό στοιχείο το οποίο συχνά λησμονείται κατά τη συνταγογράφηση αντιαρρυθμικών φαρμάκων σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή, είναι ότι η προπαφαινόνη και η φλεκαϊνίδη δε θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο και ιδιαίτερα σε εκείνους με παλαιό έμφραγμα μυοκαρδίου, καθώς σε αυτήν την κατηγορία ασθενών υπάρχει μεγάλος κίνδυνος προαρρυθμίας. Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει και στην αμιωδαρόνη η οποία ναι μεν είναι το πλέον αποτελεσματικό αντιαρρυθμικό φάρμακο, αλλά σχετίζεται με κίνδυνο εμφάνισης πολλών και σημαντικών εξωκαρδιακών ανεπιθύμητων ενεργειών. Συγκεκριμένα, η αμιωδαρόνη προκαλεί ανεπιθύμητες ενέργειες από το αναπνευστικό σύστημα, το θυρεοειδή, το γαστρεντερικό σύστημα, τους οφθαλμούς, το δέρμα αλλά και το κεντρικό νευρικό σύστημα. Για το λόγο αυτό, οι ασθενείς υπό αγωγή με αμιωδαρόνη θα πρέπει να υποβάλλονται σε συστηματικό έλεγχο παρακολούθησης με σειρά εξετάσεων ώστε να αναγνωριστεί έγκαιρα η ενδεχόμενη εμφάνιση κάποιας από τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα στοιχεία αυτά εξηγούν και την ταξινόμηση της αμιωδαρόνης, του πλέον αποτελεσματικού αντιαρρυθμικού φαρμάκου, ως δεύτερης επιλογής φάρμακο σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή.

Με βάση τα παραπάνω διαπιστώνουμε ότι τα αντιαρρυθμικά φάρμακα ίσως δεν είναι πάντα οι «καλύτεροι φίλοι» για τους ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή, στοιχείο το οποίο και εξηγεί την αύξηση του αριθμού των ablations της κολπικής μαρμαρυγής, ιδιαίτερα μεταξύ ασθενών με παροξυσμική κολπική μαρμαρυγή, δίνοντας τη δυνατότητα διακοπής της χορήγησης αντιαρρυθμικών φαρμάκων.

Ως γενική αρχή, η απόφαση για χορήγηση αλλά και η επιλογή του αντιαρρυθμικού φαρμακου θα πρέπει να γίνεται με πρωταρχικό γνώμονα την ασφάλεια του ασθενούς. Η υπέρτατη Ιπποκρατική ρήση «ωφελέειν, ή μη βλάπτειν», παραμένει σίγουρα επίκαιρη και στους ασθενείς μας με κολπική μαρμαρυγή.

Περισσότερα άρθρα